Ζαφείρω!

Ένας γνωστός μου, ερασιτέχνης ιστοριοδίφης, μου φέρνει προχθές δημοσίευμα των αρχών του περασμένου αιώνα. Το παραθέτω τσάτρα-πάτρα από μνήμης στη δημοτική:

 

«Μάχη διεξήχθη στην περιοχή της Δ., (χωριό της Πελοποννήσου), μεταξύ ανδρών της χωροφυλακής και της ομάδας του τρομερού ληστή Λύγκου. Κατά την συμπλοκή έχασαν τη ζωή τους δύο χωροφύλακες και ένας εκ των αντρών του Λύγκου, ονόματι Ζαφείρω».

 

-Ζαφείρω!!!

-Ναι, μου λέει ο ιστοριοδίφης.

-Γιατί Ζαφείρω;

-Γιατί ήταν πουστρόνι, και τον πηδάγανε τα καρντάσια του. Νομίζεις ότι μπορούσαν να βρουν γυναίκα εκεί που κρυβόντουσαν, στα άγρια βουνά; Κάπως έπρεπε να βολευτούν τα παλικάρια.

-Και δεν ήταν μόνο γιουσουφάκι; Πολεμούσε κιόλας;

-Φημολογείται ότι ήταν από τα πιο γενναία παλικάρια του Λύγκου.

 

Α, ρε Ζαφείρω! Ελαφρύ να ‘ναι το χώμα που σε σκεπάζει. Μου γάμησες τα στερεότυπα…

 

 Υ. Γ. Παιδιά, ουσιαστικά έχω τελειώσει εδώ. Δυστυχώς χρόνος δεν υπάρχει πια. Μπορεί να δημοσιεύω κανένα ποστ μια φορά το χρόνο, αλλά δεν αλλάζει κάτι. Ένα feedreader χρειάζεστε μόνο για να μην με επισκέπτεστε ξανά και ξανά χωρίς λόγο. Σας ευχαριστώ όλους για την υπέροχη παρέα. Μια φορά το μήνα μπαίνω για δυο λεπτά στα blog σας και σας διαβάζω. Καμιά φορά σας συναντάω και στο δρόμο, διασταυρώνω το βλέμμα μου με το δικό σας, σας κλείνω το μάτι και ξέρω ότι ξέρετε. Φιλιά σε όλους.

 

Δημοσιεύθηκε στο: on Μάρτιος 12, 2008 at 4:58 μ.μ Σχόλια (7)

Δυστυχίες

Ο παππούς ενός φίλου μου, όταν ήμασταν παιδιά, τα καλοκαίρια μας έπαιρνε στη βάρκα του όπου τον βοηθούσαμε να καθαρίζει τα δίχτυα. Εκείνες τις ώρες συνήθιζε να μας λέει ανέκδοτα. Δεν θυμάμαι πολλά, αλλά μου είχε κάνει εντύπωση η εξής φάση από κάποιο ανέκδοτο που τελικά δεν το κατάλαβα.

«…Του φέρνουν μια ξανθιά, τηνε μαρκαλίζει, τη στέλνει στη μάνα της. Του φέρνουν μια μελαχρινή, τηνε μαρκαλίζει τη στέλνει στη μάνα της. Του φέρνουν μια κοκκινομάλλα, τηνε μαρκαλίζει, τη στέλνει στη μάνα της κι αυτή…»

Δέκα χρονών ήμουν τότε κι έτσι που μιλούσε ο γέρος δεν μπορούσα να μπω στο νόημα. Νόμιζα ότι μίλαγε για ζωντανά που τα μαρκάρουν με καυτό μέταλλο για να τα γνωρίζουν τα αφεντικά τους. Ώσπου γύρω στα δεκαπέντε μου είδα έναν μεγάλο τράγο να βατεύει την κατσίκα μας στο χωριό και τη γιαγιά μου να λέει σ’ αυτόν που είχε τον τράγο: «Όταν τηνε μαρκαλίσει έλα μέσα να σου δώσω τα λεφτά. Σου ‘χω και φίλεμα». Και τότε συνειδητοποίησα, ίσως για πρώτη φορά, ότι οι λέξεις που χρησιμοποιείς δεν περιγράφουν απλώς τι βλέπεις, αλλά δηλώνουν καταφανώς τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα. Ο παππούς του φίλου μου, αν και καυχιόταν για το αντίθετο, δεν είχε κάνει ποτέ του έρωτα με γυναίκα. Απλά μαρκάλιζε ¨κατσίκες¨. Ναι, ¨κατσίκες¨, το δύστυχο το ¨ζωντανό¨. Αλλά η πιο δυστυχισμένη κατσίκα του κοπαδιού ήταν η γυναίκα του. Για κακή μου τύχη, τη γνώρισα κι αυτή.

*μαρκαλίζω= (για τράγους) βατεύω, ζευγαρώνω.

Δημοσιεύθηκε στο: on Ιανουάριος 14, 2008 at 2:26 μ.μ Σχόλια (9)

ΟΥ!!!

Έξω από το σούπερ-μάρκετ της γειτονιάς μου την έχουν στήσει εδώ και δυο βδομάδες κάτι τσιγγάνοι και πουλάνε διακοσμητικά κλαράκια. Όλη μέρα φωνάζουνε: «Γκι και Ου, Γκι και Ου. Γκι, Γκι. Ου, Ου!!!» Μας έχουν ζαλίσει τα @@ρια.
Προχθές περνούσα από εκεί και ξανά-μανά το ίδιο βιολί. Μπροστά μου περπατούσε μια κοπελίτσα δεκαπέντε χρονών περίπου. Ο τσιγγάνος φώναζε: «Ου, Ου!!!» Η μικρή νομίζει ότι την κράζει, σταματάει απότομα, του ρίχνει μια μούτζα και ξεσπάει: «Ου στα μούτρα σου, ρε». Φεύγει τσαντισμένη. Ο τσιγγάνος μένει μαλάκας.

Μια άλλη μέρα πήρε το αφτί μου μια συζήτηση μεταξύ πατέρα και γιου. Ο μικρός είναι γύρω στα δέκα.
«Τι είναι αυτά τα κλαριά, μπαμπά;»
«Στο Κολωνάκι τα λένε γκι*, στην Κηφισιά τα λένε Ου**, και στο χωριό μας… αρκουδοπούρναρα»

ΑΡΚΟΥΔΟΠΟΥΡΝΑΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!!

Γιατί δεν μας το λέτε τόσο καιρό, ρε μ@λ@κες, γαμώ το λάιφ-στάιλ σας;

Είχα μπει στον πειρασμό να αγοράσω μερικά. Και λέω ¨πειρασμό¨ γιατί ποτέ δεν χώνεψα αυτές τις @ρχιδιές. Ούτε καν το χρρρρ δέντρο. Μ’ αρέσει να στολίζω το σπίτι μου με ό,τι βγάζει ο τόπος που μένω. Τι έχει σε αφθονία η γειτονιά μου; Πολυκατοικίες και αυτοκίνητα. Ε, αυτά να στολίσω. Αλλά δεν πουλάνε σε μικρογραφίες πολυκατοικίες. Έτσι θα βολευτώ με αυτοκίνητα. Τι άλλο; Η γειτονιά μου έχει άφθονους μαλάκες. Καλό ακούγεται. Παίρνετε έναν μαλάκα, του καρφώνετε ένα αστέρι στο κρανίο, τον γεμίζετε φωτάκια και καλώδια, (με την ελπίδα να πάθει καμιά θανατηφόρα ηλεκτροπληξία). Τον κοτσάρετε στη μέση του σαλονιού και… καλές γιορτές!!!. Αλλά παρασύρθηκα. Έλεγα λοιπόν ότι μπήκα στον πειρασμό να πάρω κι εγώ γκι και ου. Ωστόσο Κολωνακιώτης δεν είμαι. Ούτε Β.Π. Αλλά τι να πω στη γυναίκα μου; «Αγάπη μου σου έφερα αρκουδοπούρναρα;» Χοντρό ακούγεται, ρε γαμώτο, να το πεις αυτό στο κορίτσι σου χωρίς να δείχνεις εντελώς βλαχόμουτρο…

Απ’ την άλλη, ακούω μέσα μου κάποια φωνή να ψιθυρίζει: Τι κάθεσαι και σκέφτεσαι, ρε μ@λ@κ@; Εδώ εγεννήθη παιδίον νέον, ο προαιώνιος Θεός. Στο ίματζ θα κωλώσουμε;

Καυλές Γιορτές σε όλους και εντοιχισμένος ο καινούργιος τρόμος.

* Viscum album ή gui ή γκι ή αρκουδοπούρναρο
** ilex aquifolius ή houx ή Ου

Δημοσιεύθηκε στο: on Δεκέμβριος 21, 2007 at 12:31 μ.μ Σχόλια (8)

ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ;

Έρχονται οι γιορτές, (εντάξει αργούνε ακόμα αλλά ποιος ξέρει αν θα έχω χρόνο να το γράψω τότε) και σκεφτόμουν να πω τα κάλαντα στους γονείς μου, μήπως μου σκάσουν κανα ευρουλάκι και τα φέρω βόλτα. Μετά αναρωτήθηκα τι κάλαντα να πω. Τα Χριστουγεννιάτικα ή τα Πρωτοχρονιάτικα; Ύστερα κάθισα να τα πω από μέσα μου μπας και τα θυμηθώ. Των Χριστουγέννων δεν τα θυμόμουν καλά οπότε κατέληξα στα άλλα. Όμως, τι σουρεαλισμός είναι αυτός; Δεν καταλάβαινα Χριστό. Δεν μπορεί, λέω, κάποιο νόημα θα έχουν. Και τελικά το ‘πιασα: Μασκαρεμένο ¨πέσιμο¨ είναι τα συγκεκριμένα κάλαντα, καμάκι ποιητικό, φλερτ στη γκόμενα, ή όπως αλλιώς θέλετε πέστε το. Κι αν δεν με πιστεύετε, ορίστε:

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
(εισαγωγή καθόλου πρωτότυπη αλλά χρειαζούμενη)
Ψηλή μου δεντρολιβανιά
(Με το δεύτερο στοίχο αμέσως κολακεία στην κοπελιά. Τώρα ποια είναι αυτή; Η νοικοκυρά του σπιτιού; Μια μικροπαντρεμένη, μια λυγερή; Ξέρω ‘γω; Μάλλον η κόρη της οικογένειας. Το αφήνω στους λαογράφους)
Κι αρχή καλός μας χρόνος
(ξεψαρωτικό)
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος
(Πώς λέμε για τη γυναίκα με τα ωραία στήθη: ¨Βασιλική μετά τρούλων¨; Εδώ την αποκαλεί εκκλησιά με το άγιο θρόνος. Ο άγιος θρόνος συνήθως βρίσκεται στη μέση της εκκλησιάς, οπότε σίγουρα εννοεί το πολυθρύλητο αιδοίο. Καλά, λέμε, γαμάει ο ποιητής!)
Αρχή που βγήκε ο Χριστός, άγιος και πνευματικός
στη γη να περπατήσει και να μας καλοκαρδίσει
(πάλι ξεψάρωμα για τον σύζυγο ή για τους γονείς της)
Άγιος Βασίλης έρχεται
(λες και δεν το ξέραμε)
και δεν μας καταδέχεται
(Ποιος; Η γκόμενα φυσικά. Ρίξε μας μια ματιά, κοπελιά κλπ)
από την Καισαρεία
(ο άγιος Βασίλης)
Συ ‘σαι αρχόντισσα κυρία
(Αλλά που να μου ρίξεις ματιά. ¨Εγώ είμ’ εργατόπαιδο κι εσύ της νομικής¨ ¨Η ίσως το  ρίχνω στην κολακεία μπας και συγκινηθείς)
Βαστάει κόλλα και χαρτί
(ο Άγιος ;)
ζαχαροκάντυο ζυμωτή
(Είσαι ζυμωμένη με ζάχαρη. Δηλαδή, γλυφιτζουράκι μου κλπ θέλω να γλύψω το θεσπέσιο κορμάκι σου κλπ κλπ)
χαρτί και καλαμάρι
(καλαμάρι ή παλαμάρι; Δεν θυμάμαι καλά)
δες κι εμέ το παλικάρι
(μίλα μας, ρε μωράκι, κι έχω φάει τα νιάτα μου στο γυμναστήριο)
το καλαμάρι έγραφε, τη μοίρα μου την έγραφε
(Εδώ αρχίζουν οι ανασφάλειες. Το ηθικό πέφτει. Την ξέρω την τύχη μου. Ούτε ένα βλέμμα δεν μου έριξες σήμερα. Στα διάλα, ο καντέμης. Η μικροπαντρεμένη είναι καύλα αλλά πιστή στο σύζυγο. Ή η κόρη δεν τολμάει να με κοιτάξει γιατί ο πατέρας και η μάνα της καραδοκούν. Φτου!)
και το χαρτί ομίλει
(σουρεάλ ασχολίαστο)
άγιε μου καλέ Βασίλη
(βόηθα να τη ρίξω την άκαρδη και θα σου ανάψω μια λαμπάδα ίσαμε το… τεσπα)

Κάλαντα - καμάκι λοιπόν, ή (άλλη υποψία μου αυτή) γλείψιμο ξεδιάντροπο μπας και μου ρίξουν στο καλάθι κανα καλό μποναμά.

Ε, τελικά το αποφάσισα. Δεν πρόκειται να τα πω στους γονείς μου. Το οιδιπόδειο το ξεπέρασα εδώ και τρεις δεκαετίες κι όσο για την κόρη τους, δεν την γουστάρω με τίποτα για γκόμενα. Λέω να τα πω στο γυναικάκι μου, στη  δική μου μυροβόλο δεντρολιβανιά. Κι ας μην πάρω φράγκο πάλι, (γαμώ την ατυχία μου μέσα…)

Δημοσιεύθηκε στο: on Δεκέμβριος 11, 2007 at 2:27 μ.μ Σχόλια (11)

ΆΛΛΟ ΜΙΝΟΥΤΟ ΚΙ ΑΛΛΟ ΜΙΝΕΤΟ

Ήμουν με τη γυναίκα μου (πρό τέκνου) σε παραλία της Ζακύνθου και απολαμβάναμε τα οφέλη της μούχλας και της ρέκλας, ώσπου ακούσαμε έναν τύπο να φωνάζει από την αμμουδιά σε κάποιο φίλο του που εκείνη τη στιγμή κολυμπούσε.

 

«Έλα έξω, να μου πεις τι έγινε».

 «Περίμενε. Σ’ ένα μινέτο, βγαίνω».

«Σκάσε, ρε μαλάκα, μας ακούει ο κόσμος. Μινούτο το λένε»

«Τι μινούτο, τι μινέτο. Αφού έτσι κι αλλιώς για το χθεσινό μινέτο δεν ενδιαφέρεσαι να μάθεις;»

 

Δεν έδωσα καμιά σημασία σε εκείνο το διάλογο μέχρι που προχθές ξεφυλλίζοντας το λεξικό μου ανακάλυψα τη διαφορά.

 

Μινέτο = γλειφομούνι

 

Λεξικό Ζμπούτζαμ: μινέτο = μονάδα χρόνου που περιήλθε σε αχρηστία λόγω του μη σταθερού της χαρακτήρα. Η διάρκεια του μινέτου εξαρτάται από το πόση ώρα σας παίρνει να τελειώσετε ένα γλειφομούνι. Αν είστε μερακλής κρατάει κάπου είκοσι λεπτά, αν είστε αρπακολατζής, ούτε τρία.

Δημοσιεύθηκε στο: on Νοέμβριος 2, 2007 at 2:23 μ.μ Σχόλια (18)

ΜΙΝΘΟΣ

Στις 15 τρέχοντος κληθήκαμε να αναρτήσουμε ένα σχόλιο με θέμα το περιβάλλον. Επειδή τις τελευταίες μέρες τρέχω πανικόβλητος δημοσιεύω σήμερα την μαλακία μου, την οποία έφερα από το σπίτι με φλασάκι γιατί στο γραφείο δεν υπάρχει περίπτωση να τα καταφέρω.

 

Ας αφήσουμε για λίγο το γράψιμο, την γκρίνια και τη μιζέρια κι ας πιάσουμε δουλειά

 

Εδώ http://www.vfu.gr/index.htm θα βρείτε έναν από τους τρόπους να βοηθήσετε έμπρακτα. Εγώ, μαζί με μερικά φιλαράκια, που βαρεθήκαμε να γκρινιάζουμε και να τα περιμένουμε όλα από τους άλλους, το καλοκαίρι θα είμαστε εκεί, με κυάλια και ασυρμάτους, δύο ώρες ο καθένας την ημέρα ή την εβδομάδα, όσο μπορεί ο καθένας, δύο ωρίτσες, τρίχες, τίποτα, μια βόλτα στο δάσος, έτσι για να πάρουμε αέρα.

 

Θεωρώ λάθος να διαφημίζεις δεξιά κι αριστερά τι προσφέρεις στους συνανθρώπους σου, αλλά εδώ είμαι ένας ανώνυμος μαλάκας κι έτσι κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος αν λέω ψέματα και αυτοδιαφημίζομαι ή αν λέω αλήθεια και αλαζονεύομαι. Έτσι θα το πω: Πριν ένα μήνα με τη γυναίκα μου καταθέσαμε 150 ευρώ σε λογαριασμό που άνοιξε μια μεγάλη μη κερδοσκοπική οργάνωση υπέρ των πυροπαθών. Επικοινώνησα με το λογιστήριο της οργάνωσης παρακαλώντας να μου στείλουν ένα αποδεικτικό για τη φορολογική μου δήλωση. (Θα μου πείτε εδώ οι άνθρωποι καήκανε και εσύ νοιάζεσαι για ψίχουλα εκπτώσεων από την εφορία; Ναι, είμαι τόσο μικροπρεπής, τι να κάνουμε. Γιατί μετράω και το τελευταίο ευρώ, γιατί πληρώνω δόσεις δανείου για αγορά πρώτης κατοικίας, γιατί συνήθως φτάνει 20 του μηνός και δεν ξέρω με τι αλχημείες θα βγει ο υπόλοιπος.) Λοιπόν, μετά από δεκαπέντε τηλεφωνήματα και αφού αντιμετωπίστηκα από το λογιστή τους περίπου σαν ζητιάνος, αφού στη συνέχεια με αγνόησε και με ξέχασε, και κατόπιν το ‘ριξα στα σιχτίρια και τους διαβόλους, εδέησε ο μίνθος* και μου το ταχυδρόμησε. Δεν μετανοιώνω που έστειλα τα χρήματα. Ελπίζω ότι θα βρουν το δρόμο τους. Αλλά ο λογιστής τους, ο τεμπέλαρος και αγενής, πρέπει να πάρει δρόμο από εκεί, τους χαλάει την εικόνα, και η εικόνα σε τέτοιες ευαίσθητες θέσεις είναι πολύ σημαντική.

 

Κάθε φορά που κατέβαζα το ακουστικό μετά από συνομιλία μαζί του επαναλάμβανα μερικές φορές το σύνθημα:

 

λογιστή - λογιστή θα στη χώσω την ψωλή

 

κι ένοιωθα κάπως καλύτερα.

 

Αλλά τελικά το ξανασκέφτηκα. Πρώτον είναι αρσενικό και δεύτερον δεν γαμάω ζώα. Και μετά από την τελευταία σκέψη ένοιωσα αρκετά καλύτερα. Τώρα δε που το γράφω νοιώθω σχεδόν ΤΕΛΕΙΑ!!!

 

(Η αλήθεια είναι ότι δεν γαμάω καθόλου. Η λέξη ¨γαμάω¨ για μένα σημαίνει βάζω κάτω κάποιον, κάποια ή κάτι και ασκώ επάνω του εξουσία ταπεινώνοντάς τον. Αντίθετα, πολύ ευχαρίστως και σε κάθε ευκαιρία, κάνω έρωτα.)

 

*μίνθος = αρχ. κουράδα

Δημοσιεύθηκε στο: on Οκτώβριος 18, 2007 at 12:50 μ.μ Σχόλια (8)

ΠΕΡΙ ΜΕΓΕΘΩΝ

Όταν ήμουν παιδί, μερικές φορές πήγαινα με ακόμα πέντε έξι φίλους σε μια οικοδομή κοντά στο σπίτι μου, για να δούμε ποιος την είχε πιο μεγάλη. Κάποιος από την παρέα έφερνε μια μεζούρα που είχε βουτήξει κρυφά από τα ραφτικά της μαμάς του και αρχίζαμε να μετράμε τα πουλάκια μας. Πρώτα όταν ήταν πεσμένα, μετά σε κατάσταση ανόρθωσης. Τελευταία μετρούσαμε τα γιουβαρλάκια*. Ξέρετε τώρα: Ζύγισμα με τη μέθοδο της παλάμης, διαστάσεις, τέτοια πράγματα. Τη μαλακία δεν την είχαμε ανακαλύψει ακόμα, οπότε το παιχνίδι σταματούσε όταν ζαλιζόμαστε από το πολύ κοίταγμα των φωτογραφιών που είχαμε για βοηθήματα. Τελικά σημειώναμε στο μπλοκάκι τα αποτελέσματα των μετρήσεων και ο νικητής κέρδιζε παγωτό κερασμένο από τους άλλους. Έπειτα, ο φίλος μας που είχε κλέψει τη μεζούρα, πήγαινε και την άφηνε ξανά στη θέση της. Χωρίς να την πλύνει, ο άθλιος!

 

Τα ξαναθυμήθηκα όλα αυτά με αφορμή ένα σπαμ μέηλ που έλαβα. Ήταν στ’ αγγλικά και επειδή βαριόμουνα να το διαβάσω είπα να το βάλω στο σιστραν να μου το μεταφράσει αυτόματα. Εντάξει με κάποιες ασυνταξίες, αλλά νόημα βγάζεις.

Ας δούμε λοιπόν ενδεικτικά μερικά σημεία:

 

After taking our ManSter penis enlargement pills you will feel much better and more secure about yourself. No more being shy of your manhood in the showers after gym or in public toilets. Forget about your partner faking her orgasm or not being able to please her. You will be able to penetrate deeper so your partner will experience more pleasure as well as multiple orgasms during sexual intercourse. You can also forget about losing your erection in the middle of sexual intercourse, as ManSter will keep it strong and firm. You will have stronger ejaculations that bring you greater orgasms.

 

Μεταφ. Σιστραν. : Μετά από να πάρετε τα χάπια διεύρυνσης πεών ManSter μας θα αισθανθείτε πολύ καλύτεροι και ασφαλέστεροι για σας. Όχι άλλος που είναι ντροπαλός της ανδρικής ηλικίας σας στα ντους μετά από τη γυμναστική ή στις δημόσιες τουαλέτες. Ξεχάστε για το συνεργάτη σας που επινοεί τον οργασμό του ή που δεν είναι σε θέση παρακαλώ σε την. Θα είστε σε θέση να διαπεράσετε βαθύτερο έτσι το συνεργάτη σας θα δοκιμάσετε περισσότερη ευχαρίστηση καθώς επίσης και τους πολλαπλάσιους οργασμούς κατά τη διάρκεια της σεξουαλικής επαφής. Μπορείτε επίσης να ξεχάσετε για την απώλεια της ανέγερσής σας στη μέση της σεξουαλικής επαφής, δεδομένου ότι ManSter θα την κρατήσει ισχυρή και σταθερή. Θα έχετε τις ισχυρότερες εκσπερματώσεις που σας φέρνουν τους μεγαλύτερους οργασμούς.

 

Δεν ξέρω τι καταλάβατε εσείς, αλλά εγώ το έπιασα το νόημα. Πρώτα πρέπει να πάρω κάτι χάπια για να μου κάνουν ένα τερατώδες πέος. Αυτομάτως παύω να αισθάνομαι ντροπή για τη ηλικία μου, όπως στις δημόσιες τουαλέτες που είναι όλοι πάνω από ογδόντα χρονών ή στα ντουζ στο γυμναστήριο που όλοι είναι κάτω από είκοσι πέντε. Αποκτώ αυτοπεποίθηση. Μετά πάω στο συνεργάτη μου που κάθεται στο απέναντι γραφείο (εμείς στην εταιρία τον λέμε ¨αφεντικό¨ αλλά δεν έχει καμιά σημασία) και του ζητάω αύξηση χωρίς παρακάλια όπως τις άλλες φορές. Αυτός θα προσποιηθεί οργασμό (γέλια, μουγκρητά, χτύπημα της παλάμης πάνω στο γραφείο, φωνές, ¨μου έφτιαξες το κέφι πάλι. Μπαγασάκο, πώς τα λες έτσι τα αστεία¨ κλπ) όπως και τις άλλες φορές αλλά εγώ δεν θα δώσω καμιά σημασία. Θα τον διαπεράσω βαθιά με το υπερμέγεθες πέος μου και τότε όχι μόνο θα νοιώσει πραγματικό οργασμό αλλά θα ικανοποιήσει και το αίτημά μου. Πώς θα ξεπεράσω όμως το εμπόδιο ότι ο συνεργάτης μου είναι άντρας και γέρος, αυτό δεν μου το διευκρινίζουν. Ερασιτέχνες, στα διάλα!!!

 

FACT: In a recent survey by Durex Condoms, 67% of all women admitted that they are unhappy with their partner’s penis size.

Μετάφ. Σιστραν. : ΓΕΓΟΝΟΣ: Σε μια πρόσφατη έρευνα από Durex Condoms, 67% όλων των γυναικών αναγνώρισε ότι είναι δυστυχισμένες με το μέγεθος πεών του συνεργάτη τους.

 

Συμπέρασμα: Όλες οι γυναίκες σε όλα τα επαγγέλματα πηδιούνται με τους συνεργάτες τους. Το λένε και οι έρευνες. Και μάλιστα ένα μεγάλο ποσοστό έχει παράπονο για το μέγεθός τους. Πουτάνες!

 

You can bet your life that women notice that. Women don’t care a lot what a man says, since most men have little to say that interests a woman. But they pay strict attention to the subtle signs in a man’s attitude. Women think: “If he looks confident, then there must be something about him that makes him so confident. This could be interesting”. A big penis is your ticket…

 

Μετφ. Σιστραν: Μπορείτε να στοιχηματίσετε τη ζωή σας ότι οι γυναίκες παρατηρούν αυτήν. Οι γυναίκες δεν φροντίζουν πολλή τι ένας άνδρας λέει, δεδομένου ότι οι περισσότεροι άνδρες έχουν λίγα που λένε που ενδιαφέρουν μια γυναίκα. Αλλά δίνουν ακριβή προσοχή στα λεπτά σημάδια σε μια ανθρώπινη τοποθέτηση. Οι γυναίκες σκέφτονται: “Εάν φαίνεται βέβαιος, κατόπιν πρέπει να υπάρξει κάτι για τον που τον καθιστά τόσο βέβαιο. Αυτό θα μπορούσε να είναι ενδιαφέρον “. Ένα μεγάλο πέος είναι το εισιτήριό σας…

 

Τι έκανε λέει; Οι άντρες έχουν λίγα που λένε που ενδιαφέρουν μια γυναίκα; Άντε μη γαμήσω κανέναν ιδνιάνο μεσημεριάτικα…

 

The first thing women notice about a man is his confidence level. A stoop-shouldered man with a downcast look has very little chance of actually getting a date from a decentlooking lady.

 

Μεταφ. Σιστραν. : Η πρώτη ειδοποίηση γυναικών πράγματος για έναν άνδρα είναι το επίπεδο εμπιστοσύνης του. Ένα γέρνω-επωμισμένο άτομο με ένα πηγάδι αερισμού κοιτάζει έχει πολύ λίγη πιθανότητα πραγματικά μια ημερομηνία από μια decentlooking κυρία.

Εδώ δεν καταλαβαίνω τίποτα. Η πρώτη ειδοποίηση πράγματος; Σκατά. Αμ μετά; Ένα άτομο γέρνω-επωμισμένο; Κοιτάζει μέσα από ένα πηγάδι αερισμού; Ημερομηνία; Άντε παράτα μας, ρε φίλε. Πες το καθαρά. Θέλω να βρω μια ημερομηνία για μια δεν ξερω γω τι κυρία να της κάνω δεν ξέρω γω τι και κοιτάζω από ένα πηγάδι εξαερισμού. Ξαφνικά με ειδοποιεί ένα πράγμα ότι γέρνω επωμισμένος. Ε, τότε οι πιθανότητες που μου δίνω είναι πραγματικά πολύ λίγες. Καταλάβατε; Ε; Ή να το ξαναπώ; :-)

 

*γιουβαρλάκια = οι όρχεις στην αργκό.

Δημοσιεύθηκε στο: on Οκτώβριος 12, 2007 at 2:03 μ.μ Σχόλια (11)

Η ΧΡΥΣΟΚΑΥΛΟΎΣΑ

 

Με τη γυναίκα μου ποτέ δεν πιστεύαμε ότι κάποια παραμύθια απευθύνονται αποκλειστικά σε αγόρια ή κορίτσια αντίστοιχα. Έτσι αγοράζουμε στο γιο μας τα πάντα, από τη Σταχτοπούτα μέχρι τη Χιονάτη, χωρίς να ανησυχούμε μήπως μας ¨βγει πούστης¨ όπως συχνά ακούμε να λέγεται. Και, για να το θέσω με ψυχαναλυτικούς όρους, αν αποκτήσει τέτοιου είδους προτιμήσεις δεν θα οφείλεται στη Χιονάτη, αλλά από το πόσο ανίκανοι θα είμαστε να του επιβάλουμε τους απαραίτητους συμβολικούς ευνουχισμούς. Στην τελική, οτιδήποτε αποφασίσει, δικαίωμά του.

Ωστόσο, διαβάζοντάς του προχθές τη Χρυσομαλλούσα, θυμήθηκα ένα πολύ παλιό βιβλίο ψυχαναλυτικής ερμηνείας των παραμυθιών, και μπήκα σε σοβαρούς προβληματισμούς για τα υποκρυπτόμενα ¨σατανικά¨ μηνύματα.

Πάμε λοιπόν να το διαβάσουμε μαζί εκ νέου.

Η Χρυσομαλλούσα ήταν ένα ξανθό όμορφο κοριτσάκι που ζούσε κοντά σε ένα μεγάλο δάσος. Κάποια μέρα έφυγε κρυφά από τους γονείς της για να το εξερευνήσει. (Ξύπνημα της σεξουαλικότητάς της. Οι γονείς της - καλοί μαλάκες κι αυτοί - απουσιάζουν από αυτό το σημαντικό στάδιο της ανάπτυξής της. Αποκρύπτουν πληροφορίες, δεν εξηγούν, το ξύπνημα της επιθυμίας της παραμένει άλεκτο.). Εκεί συναντάει ένα λαγουδάκι το οποίο διατίθεται να την ξεναγήσει. (Εν απουσία γονεϊκής καθοδήγησης αναλαμβάνει τα ηνία του σώματός της το τυφλό ένστικτο. Εκπαιδεύεται από τις τσόντες που κρέμονται στα περίπτερα, από τις μεταμεσονύκτιες προβολές της τηλεόρασης, από τους διαφημιστές κλπ. Από εδώ και πέρα αλλάζει το όνομά της σε Χρυσοκαυλούσα). Περπατώντας στο δάσος ανακαλύπτει ένα σπίτι. Το λαγουδάκι την προτρέπει να μπει μέσα. (Η κλειτορίδα της κάνει πάρτυ). Εκείνη χτυπάει την πόρτα (και καλά έχει κόσμιους τρόπους) αλλά κανείς δεν της απαντά. Οπότε αποφασίζει να σπρώξει την πόρτα, η οποία, - γουάου! -, είναι ξεκλείδωτη. (Η καύλα εδώ φτάνει στο αποκορύφωμα) Μπαίνει μέσα. Αρχικά βρίσκει ένα τραπέζι όπου επάνω υπάρχει ένα μεγάλο μπωλ με σοκολάτα ρόφημα, (άλλοι γράφουν δημητριακά, άλλοι κορνφλέϊκς φίτνες, ενώ μια πρόσφατη εκδοχή ισχυρίζεται ότι τα μπωλ περιείχαν Νέσκουικ) , ένα μεσαίο κι ένα μικρότερο. Δοκιμάζει από όλα και το μικρό της φαίνεται το πιο νόστιμο. (Εντάξει, έφηβη είναι ακόμα, το αιδοίο της στενό, οπότε είναι αναμενόμενο να της πέφτει πιο βολικό κάτι σε μίνι σάιζ). Έπειτα βρίσκει τρεις καρέκλες αντίστοιχων μεγεθών. Τις δοκιμάζει. Η μεγάλη της φαίνεται σκληρή, η μεσαία άβολη, η μικρή είναι ό,τι πρέπει. Αλλά, όταν κάθεται στη μικρή, η καρέκλα σπάει. (Όσοι βιάστηκαν να χαρούν ότι το συγκεκριμένο παραμύθι αποτελεί ύμνο στα μικρά πέη, αληθινή παραμυθία για όσους έχουν πρόβλημα ικανοποιητικού μεγέθους, εδώ χάνουν κάθε ελπίδα). Μετά βρίσκει τρία κρεβάτια. Ακολουθείται ξανά η γνωστή διαδικασία. Τα δοκιμάζει όλα, ώσπου την παίρνει ο ύπνος στο μικρό. (Αν δεν καταφέρουμε να προστατέψουμε την κορούλα μας από το να μας την πηδήξουν, τουλάχιστον να την ¨πάρει¨ κάποιος με μικρό πουλάκι για να έχουμε την ψευδαίσθηση ότι το κακό που έγινε ήταν το ελάχιστο δυνατό). Επιστρέφουν τότε στο σπίτι οι ιδιοκτήτες του. Η μαμά αρκούδα, ο μπαμπάς αρκούδος και το αρκουδάκι τους. (Εκεί λοιπόν που η Χρυσοκαυλούσα έχει αρχίσει να το απολαμβάνει, έστω και με ένα μικρό πουλάκι, να σου οι ενοχές κατακλύζουν το υποσυνείδητό της). Από εδώ και πέρα το παραμύθι αρχίζει και πηγαίνει κατά διαόλου. Ακούγονται φωνές. Ποιος δοκίμασε τη σοκολάτα μου; Ποιος έσπασε την καρέκλα μου. Α, κάποιος κοιμάται στο κρεβάτι μου! (Ποιος σε χάϊδεψε, ποιος σου πήρε την παρθενιά, ποιος σε άφησε έγκυο; Θα σε σκοτώσω μωρή ξετσίπωτη!) Τότε η Χρυσοκαυλούσα ξυπνάει, βλέπει μπροστά της την οικογένεια Αρκούδου και της κόβονται τα ύπατα. Το βάζει στα πόδια και εξαφανίζεται. Αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Το παραμύθι φροντίζει να μας ενημερώσει ότι επέστρεψε στους γονείς της και ποτέ δεν ξαναπάτησε στο σκοτεινό δάσος. (Θα αλλάξει πάλι το όνομά της σε Χρυσομαλλούσα και θα μείνει στο εξής χωρίς διακινδύνευση, χωρίς έρωτα, κοντά στη γονεϊκή ασφάλεια και το πολύ πολύ ή θα τραβάει ένα φισέκι* με τον πρώτο τυχόντα και δεν σε είδα δεν σε ξέρω ή θα σερφάρει στο ίντερνετ ψάχνοντας για φωτογραφίες γυμνών αντρών και τραβώντας μαλακία μπας και καταφέρει να κατασιγάσει μέσα της την ανάγκη για ουσιαστική σχέση).

Τώρα τι να του πω του γιου μου; Ότι το παραμύθι τον προτρέπει να μείνει για πάντα κάτω από τα φουστάνια της μάνας του γιατί έξω παραμονεύει η φοβερή και τρομερή οικογένεια Αρκούδου; Καλύτερα να του αγοράσω έναν σπάϊντερμαν. (Ο τυπάς κυκλοφορεί με κρυμμένο πρόσωπο μεν, αλλά πάντα είναι μέσα στη δράση). Το χειρότερο που μπορεί να του συμβεί του παιδιού είναι να γίνει ανώνυμος μπλόγκερ. Ενώ με τη Χρυσοκαυλούσα στην καλύτερη των περιπτώσεων θα καταλήξει ανώνυμος αλκοολικός.

Ήθελα να ασχοληθώ και με την Σταχτοπούτα που η μητριά της (αφεντικό) την υποβάλλει στα μύρια βάσανα κι αυτή δεν αντιδρά καθόλου. Με την κοκκινοσκουφίτσα που ο σωτήρας της κυνηγός (ψευδοηθική) σκοτώνει τη σεξουαλικότητά της (κακό λύκο) για να σώσει τη γιαγιά της (οικογενειακή συντήρηση). Με τη Χιονάτη που καταλήγει υπηρέτρια 7 κοντοστούπηδων κωλόγερων για να μην αντιμετωπίσει τις ευθύνες της ενηλικίωσης. Με τη Μικρή Γοργόνα που, αυτή κι αν είναι εντελώς άχρηστη, αφού -καθώς διάβασα κάπου- ούτε να τη γαμήσεις μπορείς, ούτε να την τηγανίσεις. Όμως δεν θα το κάνω γιατί φοβάμαι ότι μπορεί να σας καταστρέψω κάθε όμορφη ανάμνηση από τα παιδικά σας αναγνώσματα).

*τραβάω ένα φισέκι = γαμάω στα πεταχτά. (fusek = Τουρκ. Φυσίγγιο, μτφ. γρήγορα, αστραπιαία, σφαίρα)

(Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε υπό την ισχυρή επήρεια φρέσκου χυμού πορτοκαλιού, προς ικανοποίηση της περιέργειας της immortaljunkie).

 

Δημοσιεύθηκε στο: on Οκτώβριος 4, 2007 at 12:07 μ.μ Σχόλια (12)

ΨΩΛΑΡΜΕΝΙΖΟΝΤΑΣ

Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου κάνω συλλογή από βωμολοχίες. (Η βωμολοχία είναι προϊόν διασταύρωσης λοχία του πεζικού και βωμού. Πώς γίνεται η διασταύρωση αυτή; Βρίσκουμε ένα βωμό του 550 π. Χ., κατά προτίμηση από ναό της θεάς Αφροδίτης. Στο μπροστινό του μέρος ανοίγουμε μια τρύπα. Μετά παίρνουμε έναν λοχία του πεζικού ο οποίος για δύο ολόκληρους μήνες δεν έχει πάρει έξοδο και τον βάζουμε να γονιμοποιήσει την τρύπα. Το βρέφος που θα προκύψει ονομάζεται βωμολοχία.)  Ας πάμε τώρα στο προκείμενο. Κοντά στην εταιρία όπου εργάζομαι υπάρχουν πέντε ψιλικατζίδικα. Τις πρώτες μέρες τα γύρισα όλα για να δω αν θα μπορούσα να αντλήσω νέο υλικό για τη συλλογή μου. Από το ένα αγόραζα τον καπνό μου, από το άλλο τον χυμό μου, από το τρίτο τη σοκολάτα μου κ.λ.π. Στο τέλος με κέρδισε ο Θανάσης. Είναι ένας εβδομηντάρης, ρεμπετόφατσα, εξυπνοπούλι, χαβαλές, πάντα μες στα τρελά κέφια και πολύ βρωμόστομος. Όμως ακόμα και η πιο ¨βρώμικη¨ λέξη από το στόμα του ακούγεται σαν σπάνιο τραγούδι. Το ‘χει στο αίμα του. Δεν υπάρχει καμιά επιτήδευση ή ασχήμια σε όσα λέει και γι’ αυτό κανένας πελάτης δεν του φεύγει εξαιτίας αυτής του της συνήθειας. Επιπλέον στους φτωχούς της γειτονιάς δίνει και βερεσέ. Χρυσή καρδιά.

Έχω παρατηρήσει ότι αγαπημένες του λέξεις είναι κυρίως όσες έχουν σαν πρώτο συνθετικό το ψωλο-.

Ιδού πώς τις άκουσα και τις συνέλεξα κατευθείαν από τη ζωντανή πηγή της μητρικής του λαλιάς.

α) Μπροστά μου ψωνίζει μια μαυροφορεμένη γυναίκα γύρω στα εξήντα. Ζητάει ένα σαπούνι και καρβουνάκια.

-Θα ανάψεις ναργιλέ;

-Όχι, πάω νεκροταφείο.

-Φτου, φτου, φτου (στον κόρφο του)

-Στο μακαρίτη.

-Πες του χαιρετίσματα

-Δε βαριέσαι. Εγώ τα λέω, αυτός τ’ ακούει;

Η γυναίκα βγαίνει. Ζητάω καπνό και χαρτάκια.

Ο Θανάσης την κοιτάζει καθώς απομακρύνεται και μου λέει. Ξέρεις τι ψωλοτσακίστρα ήταν αυτή στα νιάτα της; Τώρα δεν της φαίνεται αλλά τότε… Και τι να κάνει; Στα είκοσι πέντε τον έχασε τον Βασίλη…

β) Παρακολουθεί έναν αγώνα στην τηλεόραση με υπερβολική αφοσίωση και ούτε που μου δίνει σημασία. Παίρνω μια σοκολάτα από το ράφι και ρωτάω.

-Πόσο έχει;

Δεν απαντάει. Μια κρίσιμη φάση βρίσκεται σε εξέλιξη. Τελικά μπαίνει γκολ. (Δεν θυμάμαι ποιοι έπαιζαν).

-Πάρτε τα στην ψωλότσεπη, παλιορουφιάνες! Κραυγάζει.

Γυρνάει σε μένα: -Ένα και πενήντα. Γυρνάει στην τηλεόραση. Και τα ρέστα δικά μου, βρωμολινάτσες.

γ) Ψωνίζει μια δεκαεξάχρονη, πολύ ελκυστική, όλο χάρη και τσαχπινιά. Ζητάει τσίχλες.

-Καλύτερα να μασάς παρά να μιλάς, της λέει πονηρά.

-Δεν μ’ αρέσει να μασάω. Φούσκες κάνω.

-Σε βλέπω από τώρα. Μέσα σε τσιχλόφουσκα θα τον τυλίξεις τον λεγάμενο και θα τον πας κλωτσώντας στην εκκλησία.

-Καθόλου άσχημη ιδέα. Χα, χα, χα…

Η κοπέλα φεύγει. Ο Θανάσης μου λέει:

Είναι ανήλικη αλλά θα σου ‘ξομολογηθώ την αμαρτία μου. (Παίρνει ένα ύφος σαν έχει πέσει μπρούμυτα σε ένα ξέφωτο του δάσους και να μυρίζει με λαχτάρα τα αγριολούλουδα ). Δεν θα με χάλαγε καθόλου να έκανα μια βόλτα στο ψωλοτόπι της.

-Αυτή πιθανόν να την χάλαγε.

Τι ήθελα και το ‘πα;

-Άσε μας, ρε φίλε, να ονειρευτούμε. Τι μου το χαλάς; Μας έχει μείνει και τίποτα άλλο στην ηλικία μας; Πάρε, τι θες να πάρεις, και παράτα μας.

δ) Ψωνίζει ένας άντρας γύρω στα σαράντα. Τσιγάρα και εφημερίδα. Φεύγει. Είναι η σειρά μου. Λέω καλημέρα. Ο Θανάσης δεν απαντάει. Μόνο μου τον δείχνει με τα μάτια και σχολιάζει.

- Τα έχει με μια ψωλοκασέλα Αλβανίδα, είκοσι δύο χρονώ γι’ αυτό δείχνει έτσι ψωλοσερνάμενος.

-Ζηλεύεις;

Με κοιτάζει σαν να αιφνιδιάστηκε. Μεσολαβούν δυο δευτερόλεπτα σιωπής. Κατεβάζει τα μάτια.

-Λυσσάω.

ε) Ψωνίζει ένας άντρας γύρω στα εξήντα, πολύ σοβαρός έως μουρτζούφλης. Φοράει καπέλο. Αγοράζει ένα μπουκαλάκι νάμα. Πληρώνει με πενταροδεκάρες που τις μετράει με σχολαστικότητα τρεις φορές. Φεύγει.

Ο Θανάσης σχολιάζει.

-Είναι ο νεοκόρος του Αη-Γιώργη. Ψωλότριχα. Θεούσα του κερατά. Τον έχει βάλει ο εξαποδώ για κατασκοπεία στο ναό. Άκου με που σου λέω. Αν του σηκώσεις το καπέλο θα δεις τα κέρατα.

-Τα έχεις δει;

-Μα την Παναγία. (Σχηματίζει με τα δάχτυλα σταυρό και τον φυλάει).

στ΄ και τελευταίο) Τον βρίσκω έξω από το μαγαζί να κάθεται σε μια καρέκλα και να κοιτάζει τον ουρανό.

-Καλημέρα, Θανάση, τι κάνεις;

-Ψωλαρμενίζω.

-Κατά πού;

-Έχει κάτι σύννεφα σήμερα όλο σχήματα, όλο φιγούρες. Είδα καβαλάρηδες, καρχαρίες… Είδα και μια μουνάρα με τα πόδια ανοιχτά…

- Έλα, ρε…

- Ναι, σου λέω… Και στο τέλος ήρθε ένα αεροπλάνο και μπήκε μέσα της.

- Είδες όταν σου λείπει; Μέχρι και στον ουρανό το βλέπεις. Το κάνεις Θεό.

-Θα έρθεις κάποτε στη θέση μου, και τότε τα λέμε…

(Εκείνη την εποχή η γυναίκα μου ήταν έγκυος στον τελευταίο μήνα της και η αλήθεια είναι ότι μου έλειπε κι εμένα πολύ, όμως ντράπηκα να του το πω. Παρ’ όλα αυτά όταν ψώνισα και ξαναβγήκα κοίταξα στον ουρανό και δεν είδα τίποτα από όσα έβλεπε εκείνος. Λοιπόν, αυτή είναι η διαφορά ενός τύπου που πάει στο γραφείο του να βυθιστεί ξανά στο χαρτομάνι κι ενός τύπου που ψωλαρμενίζει. Ο ψωλαρμενίζων βλέπει πάντα πέρα απ’ τα φαινόμενα).

Υ.Γ. Ασχετο: Τις μέρες πριν τις εκλογές ο Θανάσης είχε ένα σύνθημα και το βροντοφώναζε σε όλη τη γειτονιά:

«Καρατζαφέρη, Καρατζαφέρη, καιρός ν’ αλλάξεις χέρι».

Πολλοί το άκουσαν, λίγοι το κατάλαβαν.

Γλωσσάρι:

ψωλοτσακίστρα = η γυναίκα που εναλλάσσει συχνά ερωτικό σύντροφο.

ψωλότσεπη = προσβλητικά το αιδοίο

ψωλοτόπι = Το μέρος που συχνάζουν οι ψωλές. Η περιοχή του αιδοίου.

ψωλοκασέλα = συνώνυμο της ψωλοτσακίστρας αλλά κάπως πιο υποτιμητικά.

Ψωλοσερνάμενος = αυτός που άγεται και φέρεται από τις ερωτικές του ορμές.

Ψωλότριχα = μηδαμινό υποκείμενο.

Ψωλαρμενίζω = περνάω άσκοπα τον καιρό μου. (Όπως καληώρα εγώ που αντί να ετοιμάζω το άρθρο μου στο περιοδικό κάθομαι και γράφω στο μπλογκ μου.)

Δημοσιεύθηκε στο: on Σεπτέμβριος 28, 2007 at 1:03 μ.μ Σχόλια (8)

ΚΑΡΑΜΟΥΝΗ Ή ΠΙΠΑΝΤΡΕΟΥ;

Το πουσουκού είπαμε να πάμε οικογενειακώς εξόρμηση σε κοντινό νησί, έτσι για να μην αφήσουμε το Χειμώνα να στογγυλοκαθίσει από τώρα στις πλάτες μας. Μπάνιο μπορεί να ήταν λίγο δύσκολο να κάνουμε, αλλά τελικά το κάναμε (μπρρρ) και γενικά την περάσαμε ψώνιο.

Η γυναίκα που μας νοίκιασε το δωμάτιο ήταν μια πολύ περιποιητική και τρυφερή γιαγιά, η οποία, ω του θαύματος, άντεξε την παρέα του διαβολακίου μας, και μάλιστα την καταβρήκε μαζί του, γεγονός που μας βοήθησε να περάσουμε ακόμα καλύτερα εγώ και η γυναίκα μου εφόσον ανέλαβε οικειοθελώς και χρέη μπέημπυ σίτερ για το σαββατόβραδο. Γυρίσαμε ψιλοσουρωμένοι κατά τις τρεις το ξημέρωμα και η κυρά Δήμητρα μας έδωσε αναφορά για το πόσο γάλα ήπιε ο κανακάρης, για το τι παραμύθια της ζήτησε να του πει και για το πώς τον πήρε γλυκά-γλυκά ο ύπνος με τα νανουρίσματά της. Μετά μας καληνύχτισε και έφυγε αθόρυβα για να μας αφήσει να ξεκουραστούμε.

Υπάρχουν ακόμα τέτοιοι άνθρωποι; σκεφτόμουν, αλλά δεν μπορούσα να το πολυεξετάσω γιατί το κεφάλι μου πανηγύριζε απ’ το κρασί σαν πασχαλινό κωδωνοστάσιο.

Η μεγάλη έκπληξη όμως ήρθε την άλλη μέρα που πια καταλάβαμε σε τι άγια χέρια είχαμε αφήσει χθες βράδυ το βλαστάρι μας, το οποίο αμέσως μόλις ξύπνησε, χωρίς να μας δώσει καμιά σημασία, έτρεξε κάτω στην αυλή για να βρει τη σπιτονοικοκυρά μας και να συνεχίσουν τις χθεσινοβραδινές συζητήσεις τους.

Λίγο αργότερα απ’ το μπαλκόνι του δωματίου μας ακούσαμε την κυρά Δήμητρα να του λέει ένα τραγουδάκι. Στήσαμε αφτί.

Σ’ ένα πειρατικό, πειρατικό καράβι

τον πούτσο κλαίγανε και τον μοιρολογάνε

πέντε νόστιμες, νόστιμες κοπελούδες

τα πόδια ανοίγανε και τον παρακαλάνε.

  

Σήκω αρματώσου και ζώσου το σπαθί

Πέντε είμαστε κι οι πέντε κουρσεμένες

Τι μας κουβάλησες σε τούτο το σκαρί

πέντε είμαστε κι αβέρτα καυλωμένες.

  

Γουρλώσαμε τα μάτια και κοιταχτήκαμε.

- Εκπληκτικό! ψέλλισα.

- Μαλάκα μου! Είπε η γυναίκα μου. Με τι να τον νανούρισε χθες βράδυ;

Ο μικρός από κάτω έκανε πάρτυ. Την είχε ψωνίσει με τη γιαγιά άσχετα αν δεν καταλάβαινε γρι από αυτά που του έλεγε. Η φωνή της, η τρυφεράδα της, τα γέλια της, η αμέριστη προσοχή της, τον είχαν αιχμαλωτίσει.

Σε κάποια φάση βγαίνει η κόρη της, (καμιά σαρανταριά χρονών), από το σπίτι και της φωνάζει

-Μάνα, στις έντεκα έρχεται καράβι, να κατέβεις στο λιμάνι να πάρεις το ζευγαράκι.

-Έχουμε καιρό.

-Τι λες ρε μάνα είναι έντεκα παρά είκοσι. Θα τους στήσεις τους ανθρώπους.

-Κι αν τους στήσω, στη γαργαλίθρα μου.

Είχα ακούσει τη δαχτυλήθρα και την κολυμπήθρα, αλλά τη γαργαλίθρα ποτέ. Υπέθεσα ότι πρόκειται για κάποιο αντικείμενο που το βάζεις στις μασχάλες των παιδιών και τα γαργαλάει. Κάτι σαν πούπουλο να πούμε. Αλλά έπρεπε να βεβαιωθώ. Όταν κατέβηκα να πάρω το παιδί για να πάμε στη θάλασσα ρώτησα την κυρά Δήμητρα τι σημαίνει η λέξη που είπε, αλλά αυτή γέλασε και μου είπε: Καλά δεν ξέρεις τι είναι η γαργαλίθρα; Χα, χα… Καλό κι αυτό… Μετά μας διέκοψε το τηλέφωνό της, εμείς φύγαμε και έμεινα με την απορία. Δεύτερη φορά ντρεπόμουν να ρωτήσω.

Κυριακή βράδυ, όταν φτάσαμε στο σπίτι, έτρεξα, πού αλλού, στα ουκ ολίγα λεξικά μου. Όμως σε κανένα από τα σοβαρά δεν βρήκα τίποτα σχετικό. Το τελευταίο που άνοιξα ήταν εκείνο της αργκό. Και ιδού, τότε, το παραπέτασμα της άγνοιας εσχίσθη!

γαργαλίθρα = η κλειτορίδα.

Α, ρε κυρά Δήμητρα, (συγγνώμη που άλλαξα το όνομά σου), δεν στο είπα, αλλά σε ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα. Και να ξέρεις, η γυναίκα μου το σημείωσε το τραγουδάκι και σκοπεύει να του γράψει και μουσική. Στο επόμενο παιδικό πάρτυ θα το βάλουμε να χορέψουν τα κουτσούβελα και μου τόνισε ότι αν παραπονεθεί κανάς γονιός, ε, εντάξει, μωρέ, στη γαργαλίθρα της.

(Η κυρά Δήμητρα μας είπε κι ένα ανέκδοτο όταν φεύγαμε:

Ήταν μια υπάλληλος σε εταιρία που παραπονέθηκε στο διευθυντή της ότι συνεχώς κάποιος συνάδελφός της την παρενοχλεί φραστικά.

-Δηλαδή;

-Δηλαδή, κάθε φορά που περνάει από δίπλα μου, κάνει, μμμμ, τι ωραία που μυρίζουν τα μαλλιά σου!

-Παρενόχληση είναι αυτή κοπέλα μου; Άσε μας κι έχουμε και δουλειές;

-Μα, κύριε διευθυντά, είναι νάνος…)

Υ.Γ.1. Α! Δεν πρέπει να ξεχάσω και το αμίμητο που ρώτησε το γιο μου:

-Τι ψήφισες εσύ, λεβεντάκο μου; Καραμουνή ή Πιπαντρέου;

Δημοσιεύθηκε στο: on Σεπτέμβριος 24, 2007 at 12:33 μ.μ Σχόλια (6)