ΠΕΝΤΕ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ
Το σπίτι μου ήταν στην πλατεία του χωριού. Πολύ στενάχωρο. Τα παιδιά κοιμόντουσαν όλα σ’ ένα δωμάτιο. Κι όσο για τη βαβούρα… μηχανάκια, τρακτέρ, η κορδέλα απ’ το ξυλουργείο του Βαγγέλη που δεν σταμάταγε ούτε τα μεσημέρια… Έπρεπε να βρεθεί γρήγορα λύση. Μια μέρα ο ξάδελφός μου, ο εργολάβος, μου πέταξε την ιδέα. Μπορώ να σου σηκώσω στο τάκα-τάκα μια μεζονέτα σε εκείνο το κτήμα που έχεις στο λόφο. Γουστάρεις; Πώς, ρε Κώστα, αφού ξέρεις ότι το άφησα ακαλλιέργητο εδώ και είκοσι χρόνια. Λόγκωσε και μου το χαρακτήρισαν δασικό. Άλλο τίποτα δεν έχω. Αυτός δεν το έβαζε κάτω. Υπάρχει τρόπος. Άκου… Κάτσαμε και τα κανονίσαμε όλα στην εντέλεια. Πήρα ένα βράδυ τα απαραίτητα, καβάλησα το μηχανάκι και πέρασα απ’ το χωράφι. Μια αναμένη πατσαβούρα έφτανε. Είχε μεσολαβήσει καύσωνας και ανομβρία. Πήγε καλά. Σε δέκα λεπτά το δασικό θα είχε γίνει γήπεδο. Σε τρία χρόνια το πολύ θα αποχαρακτηριζόταν. Ο ξάδελφος κάθε Σάββατο έπαιζε πρέφα στο καφενείο με τον Δασάρχη. Παιχνιδάκι ήταν. Αμέσως μόλις έφτασα στο σπίτι πήρα την Πυροσβεστική. Έχουμε άλλες προτεραιότητες, μου απάντησαν. Άλλωστε είναι νύχτα ακόμα. Προσπαθήστε προς το παρόν με ό,τι μέσο έχετε και με το πρώτο φως στέλνουμε αεροπλάνο. Λίγο αργότερα άρχισε να βουίζει ένας αέρας τρελός. Ο γαμημένος… Δεν τον είχαμε υπολογίσει. Σερνότανε σαν δεντρογαλιά κι ανηφόριζε το βουνό σφυρίζοντας. Όλοι στο χωριό ξεσηκωθήκαμε. Να τη σταματήσουμε πριν θεριέψει. Την επόμενη ώρα ο άνεμος στράφηκε κατά μας. Αυτό κι αν δεν το περιμέναμε! Σε λίγο άρπαξαν τα πρώτα σπίτια. Το ένα ήταν το πατρικό της μάνας μου που τώρα έμενε ένας θείος μου ηλικιωμένος. Τελευταία στιγμή τον απομακρύναμε. Όταν γκρεμιζόταν το μεσιανό δοκάρι της σκεπής γκάνιαξε σαν γάιδαρος που τον πατάει τρακτέρ. Γαμώ την πίστη τους, να μη δουν άσπρη μέρα! Συνεχίσαμε με λάστιχα και κουβάδες. Σε κάποια φάση απομακρύνθηκα απ’ τους άλλους και τηλεφώνησα στο σπίτι. Είπα στη γυναίκα μου, βάλε τα παιδιά στο αυτοκίνητο και πηγαίνετε προς τη θάλασσα. Σαν να ‘μουν εκεί που τα σήκωσε άρον άρον απ’ τα κρεβάτια τους και τα έχωσε στο αυτοκίνητο. Θα μιξοκλαίγανε τ’ άμοιρα και θα παραπονιόντουσαν γιατί τα ξύπνησε μες στη νύχτα. Εγώ ξαναγύρισα στους άντρες. Σώσαμε το σπίτι της Αλέξως τελευταία στιγμή. Το διπλανό άρπαξε με τη μία σαν θημωνιά. Δεν τα καταφέραμε. Το νερό κόπηκε στις τρεις και μισή. Τώρα μόνο η μπουλντόζα του Πανάγου μπορούσε να την ανακόψει. Αρχίσαμε να γκρεμίζουμε μια σειρά σπίτια στην απάνω ρούγα. Ένα απ’ αυτά ήταν του αδελφού μου. Χαλάσματα τώρα. Όμως σώσαμε τα υπόλοιπα.. Ύστερα τρέξαμε στην Αγιά Σωτήρα. Εκεί είχε γίνει σα δράκος που κατάπινε το σύμπαν. Τραβάγαμε νερό με τους κουβάδες απ’ την πηγή και τον ταΐζαμε. Σκατά. Ίσα που του χαϊδεύαμε τα αρχίδια. Στο τέλος μας κύκλωσε. Βουτήξαμε και οι δεκαέξι στη στέρνα του Λιάπα μέχρι να περάσει πάνω απ’ τα κεφάλια μας. Σε κανά μισάωρο κόπασε. Τώρα χώνευε την εκκλησία και ρευόταν σαν διάολος. Σαν βγήκα απ’ τη στέρνα κατάλαβα ότι ήμουν γεμάτος εγκαύματα. Όχι πολλά πράγματα. Πιο πολύ με έτσουζαν τα καψαλισμένα τσίνορα. Κοιτάξαμε προς τη Σκάλα. Το είδαμε να κατεβαίνει μανιασμένο σαν να ήθελε να βουτήξει στη θάλασσα. Σωθήκαμε! σκέφτηκα. Πάνω εκεί χτύπησε το κινητό. Ήταν ο Γιαννίτσας. Βρήκαμε το αυτοκίνητό σου λίγο έξω απ’ το χωριό. Αφανίστηκα. Τους πλάκωσε ένας στύλος της ΔΕΗ. Φαίνεται ότι την ώρα που χτυπάγαμε το κεφάλι, η ουρά του έκανε το γύρο και τους πρόλαβε από μπροστά. Έτρεξα σαν να μην είχα πετσί. Κάποτε έφτασα. Τους είχαν βγάλει απ’ το αυτοκίνητο και τους είχαν σκεπάσει με κάτι βρωμολινάτσες. Ακόμα ακούω την τσίκνα τους. Καμένο λίπος μυρίζανε, όπως τα σουβλάκια. Τι το ψάχνεις, ο χρόνος όλα τα γιατρεύει. Σκατά. Ο Δημητράκης, η Φωτεινούλα, η Ελένη… Και η γυναίκα μου, έτσι που ήταν παχουλή, μύριζε ωραιότερα απ’ όλους. Σαν αρνάκι του γάλακτος στη σούβλα μυρίζει ο άνθρωπος όταν καεί. Ολόιδια. Ζώα είμαστε σου λέω… Τώρα στέκομαι με φάρμακα, δεν έχω αντοχές να δουλέψω. Κάθομαι στο μπαλκόνι και όλη μέρα χαζεύω τη θάλασσα. Έχει ησυχία εδώ, δε λέω. Γύρω γύρω φύτεψα κυπαρίσσια, πορτοκαλιές, αγιόκλημα. Όμως πέντε χρόνια πέρασαν και κανένα γαμημένο αγιόκλημα δεν την σκεπάζει εκείνη τη μυρωδιά. Τι το ψάχνεις; Να λες καλά που ο Κώστας δεν με γέλασε. Σήκωσε γερή κατασκευή. Αν ζούσαν τα παιδιά μου θα μπορούσαν να την χαρούν και τα εγγόνια τους… Αν… αν δεν μας γαμούσε τη ζωή εκείνος ο πούστης, που όταν ξυρίζομαι με κοιτάει και μου λέει, τι παραπονιέσαι, ρε μαλάκα, την έφτιαξες τη μεζονέτα, καλά δεν περνάς; Ντάξει, δεν παραπονιέμαι, έχω μια γάτα τουλάχιστον και τη θέα στη θάλασσα. Μα δεν μου κολλάει ύπνος πια. Παράξενα πράγματα! Με τόσα φάρμακα… Τότε που ούρλιαζαν τα μωρά μες στο σπίτι και μανιάζανε απ’ έξω πέρα δώθε τα κωλομηχανάκια, κοιμόμουνα σαν πουλάκι… Γι’ αυτό σου λέω, ζώα είμαστε… καμένο λίπος.
ΓΑΜΗΘΗΚΕ Ο ΔΙΑΣ
Μέχρι χθες ήμουν διακοπές, (όπως πάντα σε μια ¨έρημο¨ χωρίς κινητό, τηλεόραση, ραδιόφωνο και εφημερίδες). Και μόλις γύρισα τι βλέπω; Ότι ενώ εγώ ήμουν διακοπές, εδώ γαμιότανε ο Δίας. Σαν δεν ντρέπομαι, λέω εγώ… Μόλις σήμερα είδα, διάβασα και άκουσα για όλη αυτή τη συμφορά ενώ έχει βουίξει ο τόπος.
Έτσι μου ‘ρχεται να μετακομίσω σε άλλη χώρα. Ίσως και οι περισσότεροι από εσάς να θέλετε το ίδιο. Αλλά αυτό επιθυμούν και οι αυτουργοί. Να την αφήσουμε στα χέρια τους να την κακοποιούν ανενόχλητοι. Ξέρω, φταίμε όλοι. Άλλοι λίγο, άλλοι πολύ. Καιρός να πάψουμε να φταίμε όσοι φταίμε λίγο. Και είμαστε οι πιο πολλοί.
Από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου τους σιχαινόμουνα. Όλους. Γι’ αυτό και έριχνα άκυρο ή λευκό ή απείχα. Τώρα όμως καταλαβαίνω ότι αυτή η στάση ήταν μεγάλο λάθος. Για πρώτη φορά θα ψηφίσω. Ένα μικρό, (εκτός Καραμαλάκα φυσικά), ας πούμε τους Οικολόγους Πράσινους, αρκεί να μην αντικρίσω ξανά τα αλαζονικά και κυνικά μάτια των δύο μεγάλων αρχηγών (ούγκ) να με λοιδορούν από το χαζοκούτι. Τουλάχιστον να τους δω χεσμένους να εκλιπαρούν για συμμαχίες. Ούστ, πανουργιππαρχίδες* για να μην πω σκέτο ΑΡΧΙΔΕΣ!!!
*Πανουργιππαρχίδας, απόγονος του αρχηγού των πανούργων, αρχιαπατεώνας, αρχιπαλιάνθρωπος (πανούργος + ίππος + άρχω) (πηγή: Τα Βρωμόλογα Των Αρχαίων Ελλήνων, ΜΑΡΙΟΣ ΒΕΡΕΤΤΑΣ)
Η ΠΕΡΙΕΡΓΙΑ ΤΗΣ ΓΙΑΓΙΑΣ ΜΟΥ
Με τα δύο μου αδέλφια, σχεδόν μέχρι να ενηλικιωθούμε, ήμασταν τα πιο φασαριόζικα παιδιά που έχετε συναντήσει. Τσακωνόμασταν διαρκώς, ανά ζευγάρια ή και οι τρεις ταυτόχρονα, σε βαθμό που η μάνα μας για να μας χωρίσει έπρεπε να πάρει τη ζωστήρα του πατέρα και να μας λιανίσει στις βουρδουλιές. Ενίοτε το έκανε. Προς στιγμήν κατάφερνε να μας ηρεμήσει, (καθότι έπρεπε να ασχοληθούμε και με τις πληγές μας), αλλά μετά από λίγο είχαμε μεταφέρει την αρένα μας έξω στο δρόμο, όπου δεν τολμούσε να μας ακολουθήσει γιατί ντρεπότανε τους γείτονες. Αντίθετα ο πατέρας χρησιμοποιούσε άλλη μέθοδο. Έμπαινε στη μέση και μας έλεγε: “Παιδιά, ποιο είναι το πρόβλημα; Θέλετε να το συζητήσουμε;” Μας κάθιζε γύρω απ’ το τραπέζι της κουζίνας κι έκανε το διαιτητή. Μετά από κανά εικοσάλεπτο απίστευτης υπομονής από μέρους του (διότι τι να απαντήσεις όταν σου λέει ο ένας, ¨μου πήρε το πλέυμομπιλ¨ και ο άλλος ¨μου ξεκόλλησε τη μύξα που είχα κολλήσει κάτω απ’ το τραπέζι¨ και η άλλη ¨που ήταν κολλημένη δίπλα στην τσίχλα που φύλαγα για το βράδυ¨; ) οι διαφορές είχαν λυθεί και στο σπίτι επικρατούσε ειρήνη. Η μάνα μου κάθε φορά που συνέβαινε αυτό σταυροκοπιόταν έκπληκτη και μονολογούσε. “Γαϊδουρινή την έχει ο άνθρωπος!”
Μια φορά, μετά από ένα τρικούβερτο καβγά, κατά τον οποίο είχαμε κοντέψει να σκοτωθούμε μεταξύ μας, πέρασε η γιαγιά μου απ’ το σπίτι. Ο πατέρας μόλις μας είχε χωρίσει και είχε φύγει για το καφενείο.
-Πώς πάει;
-Καλά
-Τι κάνει ο Γ; (ο πατέρας μου)
-Α, με έχει αφήσει άναυδη! Γαϊδουρινή την έχει!
-Μη λες τέτοια λόγια, παιδί μου, ακούνε και τα μικρά… (Εδώ το ύφος της γιαγιάς αλλάζει προς το πιο τσαχπίνικο και χαμογελαστό). Πες τι έγινε, αλλά πιο σιγά.
-Τσακώθηκαν πάλι τα σκατόπαιδα
-Και τι σχέση έχει αυτό;
-Ευτυχώς που ήρθε ο Γ. γιατί θα τα σκότωνα…
Δεν άκουσα τη συνέχεια της συζήτησης και ούτε κατάλαβα γιατί δεν έπρεπε να τα λέει η μάνα μου αυτά μπροστά μας. Αρκετά αργότερα όμως, χάρη στην ευρύτερη μόρφωση που απέκτησα, διασαφηνίστηκε η στάση της γιαγιάς μου.
γαϊδουρινή - την έχει γαϊδουρινή = έχει τεράστιο πέος σαν του γαϊδουριού
γαϊδουρινή υπομονή = μεγάλη υπομονή. Απ’ την εικόνα του γαϊδουριού που υφίσταται τις ξυλιές του αναβάτη του χωρίς αντίδραση.
(λεξικό της ελληνικής αργκό)
Ηθικό δίδαγμα: ποτέ μην εκφέρετε το επίθετο γαϊδουρινή χωρίς το ουσιαστικό ¨υπομονή¨ εκτός αν θέλετε να εκφράσετε αυτό που κατάλαβε η γιαγιά μου. Αλλά τότε τουλάχιστον προσέξτε να μην είναι μπροστά τα εγγόνια σας, ειδικά αν τυχαίνει να είναι φιλομαθή, περίεργα και από πάνω να κρυφακούνε σε κάθε ευκαιρία. Υπάρχει περίπτωση κάποτε να τα βγάλουν όλα αυτά σε κανά μπλογκ και να σας κάνουν ρόμπα. Λέμε τώρα…
ΟΙ ΤΣΑΧΠΙΝΙΕΣ ΤΟΥ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΥ
Στις 21 Ιουλίου, (σαν αύριο), το ημερολόγιο γράφει ότι γιορτάζεται η μνήμη του Παρθενίου Ραδοβυζίου.
Καλά, γίνεται να λέγεσαι Παρθένιος και να ήσουν επίσκοπος του ¨εύκολου βυζιού¨; (Το πρώτο συνθετικό ¨ραδ¨ σημαίνει ¨εύκολο¨). Δηλαδή εκείνου που το χουφτώνεις χωρίς να αντιστέκεται, χωρίς να τρως έστω μια τσαντιά στο κεφάλι; Ρε μ@λ@κ@, εσύ που φτιάχνεις τα ημερολόγια, σκέψου το, λίγο. Δεν γίνεται.
Το σωστό είναι Παρθενίου, επισκόπου Ραδοβισδίου, μεγάλη η χάρη του…
Τώρα, θα μου πείτε, ζμπούτζαμας, αλλά κι εγώ θα σας πω το ίδιο, και δεν λέει…
ΑΡΚΑΝΤΑΝ
Από τη δευτέρα γυμνασίου, (και για τα επόμενα δεκαπέντε χρόνια), κυκλοφορούσα με μαλλί μέχρι την πλάτη και σκουλαρίκι στο αριστερό αφτί. Στη συνοικία μου τότε δεν υπήρχε άλλος με σκουλαρίκι. «Σιγά τα λάχανα», σκέφτομαι σήμερα, αλλά την εποχή εκείνη όλος κόσμος με κοίταγε με μισό μάτι και με ανασηκωμένο το ένα φρύδι. Επειδή στα δεκατρία δεν είχε ακόμα ξεπεταχτεί η γατότριχα* στο πιγούνι μου, με μια πρώτη ματιά δεν μπορούσες να ξεχωρίσεις αν ήμουν κορίτσι ή αγόρι. Εξ’ ου και τα διάφορα σχόλια που άκουγα κάθε μέρα από τους περαστικούς. Αλλά εμένα ζμπούτζαμ… Δεν κουρευόμουν με τίποτα.
Το σχολείο μου ήταν κάμποσο μακριά απ’ το σπίτι, καθ’ ό,τι με είχαν διώξει από το κοντινό λόγω ανάρμοστης εμφάνισης, και κάθε μέρα πήγαινα με λεωφορείο ή με ωτοστόπ. Σε κάποια φάση σταματάει ένας τύπος γύρω στα σαράντα, με κοιλίτσα, κατακόκκινη φάτσα και γυαλάκια. Φαινόταν πολύ συνεσταλμένος.
- Που πας;
- Εδώ πιο πάνω. Τρία χιλιόμετρα.
- Α! αγόρι είσαι; (Σκέφτεται λίγο). Δεν πειράζει, έλα.
Σε όλη τη διαδρομή ξερόβηχε, και όλο κάτι ήθελε να πει που δεν έβγαινε. Λίγο πριν φτάσουμε στον προορισμό μου, το παίρνει απόφαση και το ξεστομίζει.
- Όταν σε είδα στην αρχή νόμισα ότι ήσουν κορίτσι.
- Και τώρα που είμαι αγόρι, πειράζει;
- Ε… όοοοχι, αν γουστάρεις αρκαντάν, δεν έχω πρόβλημα.
Η μόνη σχετική λέξη που ήξερα ήταν τα ¨αρντάν¨ που έπαιρναν κάτι συμμαθητές μου για να μαστουρώνουν και αρπάχτηκα.
Όχι, δεν γουστάρω με καμία Παναγία, του λέω. Εξάλλου φτάσαμε.
Κοκκίνισε, έσκυψε τα κεφάλι απογοητευμένος και σταμάτησε.
Κατέβηκα λίγο φοβισμένος, σίγουρος ότι ήθελε να μου πασάρει ναρκωτικά. Όμως, είκοσι χρόνια αργότερα ανακάλυψα στο λεξικό το πραγματικό νόημα της πρότασής του.
Αρκαντάν = σοδομικός έρωτας, μτφ. ύπουλη, πισώπλατη ενέργεια. Απ’ το τούρκικο arkadan
Έλα, ρε συ!!! Και τον παρεξήγησα τον ανθρωπάκο…
* (γατότριχα η Δ η τρίχα γάτας. 2 συνεκδ. Αι πρώται τρίχες γενείου.)
ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΑ-ΕΥΤΥΧΙΑ
Στη γειτονιά των παιδικών μου χρόνων, στην πιο ταπεινή μονοκατοικία από όλες, έμενε μια γριά μοναχή της. Την έλεγαν Ευτυχία, αλλά οι γονείς μου και όλοι οι γείτονες την αποκαλούσαν ¨ρεμπέτισσα¨. Η αυλή της ήταν γεμάτη από μυροβόλες λεμονιές, από γλάστρες τενεκεδένιες που έβριθαν όλες τις εποχές από λουλούδια και κολλητά στο σπίτι μια βαθύσκια κληματαριά έριχνε την ευεργετική της σκιά τα καλοκαίρια πάνω στο ψιλό γαρμπίλι. Τις ζεστές μέρες, κατά το σούρουπο, η κυρά- Ευτυχία ακούμπαγε στο τραπέζι του κήπου μια καράφα κρασί, ένα τασάκι, το σακουλάκι με τον καπνό της κι άρχιζε η μυσταγωγία. Πρώτα έστριβε τσιγάρο τελετουργικά. [Ένα χοντρό χορταστικό, από αυτά που, όπως ψιθύριζαν οι γονείς μου χασκογελώντας μεταξύ τους, συχνά ανάγκαζαν το περιπολικό της αστυνομίας να σταματάει κάθε τόσο έξω απ’ την αυλή της και τους μπάτσους να μαζεύουν μερικά αξιολύπητα γλαστράκια, να τα χώνουν στο πορτ-μπαγκάζ, να παίρνουν τη γριά για μια βόλτα λίγων ωρών και μετά να την ξαναφέρνουν ανέπαφη στο σπίτι της]. Έπειτα, αφού ρουφούσε με απαράμιλλη απόλαυση τις πρώτες τζούρες, έπαιρνε στα χέρια της ένα μπαγλαμαδάκι κι άρχιζε να παίζει τραγουδώντας χαμηλότονα μέχρι αργά το βράδυ. Τι μεράκλωμα ήταν εκείνο, τι ντέρτι, τι σεβντάς! Μου είχε τύχει να γητευτώ πολλές φορές απ’ τη φωνή της. Συχνά, όταν άρχιζε να παίζει, σταμάταγα αυτομάτως το παιχνίδι και καθόμουν στο πεζοδρόμιο έξω απ’ το μαντρότοιχο που ήταν σκεπασμένος με αγιόκλημα. Αλλά δεν ήμουν ο μόνος. Πολλές φορές το εκκλησίασμά της μετρούσε περί τα δέκα με δεκαπέντε παιδιά που καθώς φαίνεται εκτιμούσαν πολύ τις ψαλμωδίες της. Νομίζω ένοιωθε την παρουσία μας. Όμως δεν της άρεσε να την κοιτάμε εκείνες τις ώρες. Αν έβλεπε κάποιον να κρυφοκοιτάζει από την αυλόπορτα σταματούσε. Έτσι καθόμασταν έξω από την μάντρα, με τα κεφάλια μας να λούζονται από τον καταρράχτη του αγιοκλήματος και μόνο ακούγαμε σιωπηλοί το τραγούδι.
Μου είχε κάνει εντύπωση ένα από αυτά, (δεν ξέρω αν τον είχε γράψει η ίδια ή αν ήταν αλλουνού), που έλεγε, απ’ όσο θυμάμαι:
όσο κι αν βινώ, σε σ’ ένα θα γυρνώ την πρώτη αγάπη ποτέ δεν ξεπουλώΑυτό που κυρίως με είχε εντυπωσιάσει ήταν ότι το ¨πεινώ¨ (όπως νόμιζα ότι έλεγε ο πρώτος στίχος), το πρόφερε ¨βινώ¨. Ήταν σαν ξόρκι για μένα, σαν μαγική επωδός, διότι η γριά δεν ήταν ψευδή, άρα, κατά την αφελέστατη φαντασία μου, το έλεγε έτσι για κάποιον πολύ προσωπικό της και μυστικό λόγο.
Ωστόσο, πολύ πρόσφατα, ψάχνοντας για κάτι εντελώς άσχετο, ανακάλυψα ότι η κυρά-Ευτυχία, το έλεγε σωστά, και μάλιστα τώρα αποκτούσαν νόημα οι δυο πρώτοι στίχοι, ενώ με το υποτιθέμενο ¨πεινώ¨ νόημα δεν έβγαινε.
βινώ(-έω) Α ιων. παρατ. βινεσκόμην, παρανόμως συνουσιάζομαι. παθ., επί γυναικών.
Να μεταφράσω; Τι ρωτάω, αφού με τρώνε τα δαχτυλάκια μου:
«Εντάξει μωρέ, μπορεί να αρπάζω κανά μπούτζο από δω κι από κει, αλλά εσένα, αντρούλη μου, δεν σε ξεχνάω. Την πρώτη αγάπη δεν την ξεπουλάω, απλώς την απατάω. Φέρτε μου τώρα τον μπάφο μου κι αφήστε με στην ησυχία μου. Ούφ, ηθικολόγοι!»
Ο ΑΞΙΟΤΙΜΟΣ ΚΥΡΙΟΣ ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ
Είχαμε στο σχολείο ένα φιλόλογο, μεγάλη συντηρητικούρα, αυστηρό, σοβαροφανή μέχρι αηδίας και με τόσο αρχαιοπρεπές λεξιλόγιο που μας έσπαγε τα νεύρα. Στην αρχή τουλάχιστον. Μετά ούτε που του δίναμε σημασία. Σιγά μην τρέχαμε στα λεξικά για να καταλάβουμε τι έλεγε. Είχαμε πολύ πιο ενδιαφέροντα πράγματα για να ασχοληθούμε ως έφηβοι.
Μια μέρα ο συμμαθητής μας, ο Γ., ήρθε φάτσα με φάτσα μαζί του μέσα σε ένα μπουρδέλο. Ο κύριος Κ. έχασε το φως του. Άσπρισε, κοκκίνισε, φύσηξε - ξεφύσηξε, προσπάθησε να κρύψει το πρόσωπό του, αλλά δεν κατάφερε και πολλά. Ο Γ. ήταν θρασύς και τρομερό πειραχτήρι. Δεν έχασε ευκαιρία και κάθισε δίπλα του.
-Ω, τον κύριο καθηγητή! Κι εσείς εδώ;
-Ε… χμμ… γκουχ… γκουχ… δεν είναι αυτό που νομίζεις.
-Κάνουν τόσα πολλά και διαφορετικά εδώ μέσα, που πραγματικά δεν νομίζω τίποτα συγκεκριμένο.
-Θα σου εξηγήσω άλλη φορά.
-Μη μου εξηγήσετε. Κι εγώ για γαμήσι ήρθα.
-Ε… γκουχ… γκουχ… αντίο.
-Δε θα γαμήσετε κύριε Κ; Εγώ μπορώ να πάω αλλού. Μην κωλώνετε.
-Αντίο, παιδί μου…
Την άλλη μέρα τον κάλεσε στο γραφείο και τον παρακάλεσε να μην πει τίποτα στα άλλα παιδιά. «Ξέρεις», δικαιολογήθηκε, «η αδελφή μου είναι λαικάστρια και πήγα να την δω για λίγο».
Φυσικά ο Γ. μας διηγήθηκε το περιστατικό και, μετά από ένα σύντομο συμβούλιο κατά το οποίο έπεσαν στο τραπέζι ένα κάρο μαλακίες, αποφανθήκαμε, (μιας και δεν ξέραμε ούτε πώς γράφεται), ότι η λαικάστρια πρέπει να είναι κάτι σαν καθαρίστρια άμεσης δράσης των λεκέδων στα σεντόνια των μπουρδέλων. Έτσι δεν δώσαμε συνέχεια στο περιστατικό. Ήδη είχαμε ασχοληθεί πολύ με τον κύριο Κ. Μάλλον κι εκείνος σ’ αυτό βασίστηκε χρησιμοποιώντας αυτή τη λέξη.
Εμένα όμως με έτρωγε. Έψαξα κι έμαθα.
Λαικαστής ο, θηλ. –άστρια Α πόρνος, πόρνη. (Λεξικό Δημητράκου)
Μετά το κυκλοφόρησα σε όλο το σχολείο. Όχι, θα τον άφηνα, τον μαλάκα.
Τώρα που το ξανασκέφτομαι νομίζω ότι καλύτερα θα ήταν να παραδεχόταν πως πήγε για ένα γαμησάκι, από το να εκθέτει με ψέματα την αδελφή του. Καλά το είχαμε καταλάβει ότι ήταν νούλλα.
ΒΥΡΣΟΔΕΨΕΙΟ
Περίπου στα δεκαπέντε μου αποφάσισα να κάνω για πρώτη φορά καλοκαιρινές διακοπές χωρίς τους γονείς μου. Ο πατέρας μου φαινομενικά δεν είχε καμιά αντίρρηση, (και να είχε, ήξερε καλά ότι δεν επρόκειτο να περάσει το δικό του), αλλά δήλωσε ότι έπρεπε να κερδίσω μόνος μου τα απαραίτητα χρήματα. Έτσι έπιασα δουλειά σε μια μικρή βιοτεχνία πλαστικών παιχνιδιών που την είχε κάποιος γείτονας. Δούλευα την πρέσα από τις οχτώ το πρωί ως τις οχτώ το βράδυ με ένα μικρό διάλειμμα για φαγητό το μεσημέρι. Στα τέλη του Ιουνίου είχα σχεδόν γονατίσει. Και υπολειπόταν ένας ολόκληρος μήνας μέχρι το πλοίο μου να αποπλεύσει (αν δεν είχα αποπνεύσει εγώ στο μεταξύ) προς την πολυπόθητη Νάξο.
Οι γονείς μου με έβλεπαν εξαντλημένο και ανησυχούσαν αλλά δεν τολμούσαν να μου μιλήσουν. Ήξεραν το πείσμα μου. Παράλληλα γνώριζαν την κακή μου συνήθεια να κρυφακούω και μερικές φορές φρόντιζαν να μιλάνε μεταξύ τους συνθηματικά. Ένα βράδυ, λίγο πριν κοιμηθώ, πήρε το αφτί μου κάποια συζήτησή τους.
-Πολύ αρρωστιάρικο είναι το πρόσωπό του, είπε ο πατέρας μου.
-Μα είναι ωράριο αυτό;
-Κανείς δεν έπαθε τίποτα από δυο μήνες δουλειά. Το βυρσοδεψείο θα φταίει…
-Τώρα που το λες…
Αν και η διατύπωσή του ήταν κάπως ασυνάρτητη, δεν το πρόσεξα. Η σκέψη μου στάθηκε αλλού. ¨Μα ξέρει ότι δουλεύω σε βιοτεχνία παιχνιδιών. Τι διάολο;¨ αναρωτήθηκα. Τέλος πάντων, για να μην καρφωθώ ότι κρυφάκουγα, δεν βγήκα από το δωμάτιό μου να τον διορθώσω. Εντάξει, ήμουν κομμάτια. Τώρα αν ήταν από παιχνίδια ή από δέρματα, τι σημασία είχε; Οι γονείς μου ενδιαφέρονταν για μένα.
Αλλά να που φτάνει κάποτε η μέρα και ανακαλύπτω νέα νοήματα πίσω από τον παλιό εκείνο διάλογο.
βυρσοδεψείο = αυνανισμός. Απομεινάρι της έκφρασης ¨του ‘δωσε ο Θεός πετσί κι αυτός άνοιξε βυρσοδεψείο. Μ’ άλλα λόγια: αργάζεται το πετσί του.
(Λεξικό της Ελληνικής Αργκό)
Εντάξει, ρε πατέρα, ήμουν στην εφηβεία, δεν είχες άδικο, αλλά σου ορκίζομαι - κι αν θέλεις με πιστεύεις - ότι εκείνο το μαρτυρικό δίμηνο δεν ήξερα ούτε κατά που πέφτει, όχι να το βασανίσω κιόλας.
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΜΠΑΤΑΝΙΑΣ